Οικονομική ασφυξία με πληθωρισμό-φωτιά, ομόλογα στα ύψη του 2002 και υπαρξιακός τρόμος από την τεχνητή νοημοσύνη – Γιατί το παγκόσμιο σύστημα οδεύει προς ολοκληρωτικό αδιέξοδο.
Για μια πρωτοφανή συνδυαστική κρίση που απειλεί να τινάξει στον αέρα τα θεμέλια του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος προειδοποιεί η Βαρόνη Dambisa Moyo.
Με τον πληθωρισμό να παραμένει επίμονα υψηλός, το δημόσιο χρέος να ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ και τους υπαρξιακούς κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης να παραμονεύουν, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια επικίνδυνη «τέλεια καταιγίδα».
Καθώς η κυριαρχία του δολαρίου αμφισβητείται και η πολιτική πόλωση εντείνεται, οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων καλούνται να αντιμετωπίσουν μια από τις πιο επικίνδυνες συγκυρίες της σύγχρονης ιστορίας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Moyo, είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, η πολιτική και οι κοινωνίες αντιμετώπιζαν ταυτόχρονα τόσο σημαντική μεταβλητότητα και αβεβαιότητα, πόσο μάλλον στον βαθμό που παρατηρείται σήμερα.
Η παγκόσμια οικονομία έχει παγιδευτεί σε έναν κύκλο υποτονικής οικονομικής ανάπτυξης, με τους ρυθμούς μεγέθυνσης σε πολλές χώρες, ιδίως στις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες, να παραμένουν αισθητά κάτω από το 3% — το επίπεδο που απαιτείται για να διπλασιαστούν τα κατά κεφαλήν εισοδήματα μέσα σε μία γενιά.
Αν και ο αναδυόμενος υπερκύκλος της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιστάθμιση αυτής της τάσης —στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ετήσιες επενδύσεις φαίνεται ότι αναμένεται να προσεγγίσουν το 4% του ΑΕΠ έως το 2032— η τεχνολογία εγκυμονεί σοβαρούς, ακόμη και υπαρξιακούς, κινδύνους.
Ηγέτες του κλάδου, μεταξύ των οποίων ο Dario Amodei της Anthropic και ο Sam Altman της OpenAI, έχουν ζητήσει να ανασταλεί η ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, έως ότου τα εργαστήρια καταφέρουν να διασφαλίσουν αξιόπιστα τον έλεγχο των μοντέλων τους.
Εν τω μεταξύ, πολλές οικονομίες εξακολουθούν να δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει επίμονα πάνω από τον στόχο του 2% που έχουν θέσει οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο.
Τον περασμένο μήνα, ο ετήσιος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ έφτασε το 3,8%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, ενώ ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή στο Ηνωμένο Βασίλειο διαμορφώθηκε στο 3,1% τον Αύγουστο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι διάμεσες προσδοκίες για τον πληθωρισμό κατά το επόμενο έτος αυξήθηκαν στο 3,9%, ενώ παρέμειναν σταθερές στο 3% για τον χρονικό ορίζοντα της επόμενης πενταετίας.
Ορισμένοι θεωρούν ότι ο πληθωρισμός τροφοδοτείται κυρίως από τον πόλεμο στο Ιράν —οι τιμές της ενέργειας έχουν εκτοξευθεί από τις αρχές του έτους— και, ως εκ τούτου, συνιστά μια προσωρινή πρόκληση.
Ωστόσο, η ανησυχία για τη διαρθρωτική ανεργία και τη συρρίκνωση των θέσεων εργασίας, σε συνδυασμό με τα ενδεχομένως μη βιώσιμα επίπεδα του δημόσιου χρέους, τα οποία φτάνουν ή υπερβαίνουν το 100% του ΑΕΠ σε αρκετές προηγμένες οικονομίες, υποδηλώνουν ότι τα σημερινά οικονομικά προβλήματα δεν πρόκειται να ξεπεραστούν τόσο εύκολα.
Οι κίνδυνοι που συνδέονται με το δημόσιο χρέος επιτείνονται από τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Κατ’ αρχάς, ο ρόλος των θεσμικών επενδυτών, στους οποίους παραδοσιακά μπορούσε κανείς να βασιστεί για τη διακράτηση μακροπρόθεσμου χρέους, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες, υποχωρεί υπέρ των αντισταθμιστικών κεφαλαίων (hedge funds), τα οποία λειτουργούν με βραχυπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα.
Οι κίνδυνοι εντείνονται, ιδίως για τις ΗΠΑ, λόγω του μεγάλου μεριδίου του δημόσιου χρέους που κατέχουν ξένες κυβερνήσεις — μεταξύ αυτών και κυβερνήσεις που, όπως η Κίνα, δεν ευθυγραμμίζονται πολιτικά ή ιδεολογικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν και ένα ακόμη πρόβλημα: ο διαχρονικός ρόλος του δολαρίου ως κορυφαίου αποθεματικού νομίσματος παγκοσμίως και ως ασφαλούς καταφυγίου σε περιόδους κρίσης αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.
Τα αποθέματα χρυσού έχουν πλέον ξεπεράσει τους αμερικανικούς κρατικούς τίτλους (US Treasuries) στα χαρτοφυλάκια των κεντρικών τραπεζών.
Εάν το δολάριο χάσει, πράγματι, μέρος της κυρίαρχης θέσης του, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αναμένουν αντίστοιχη υποχώρηση τόσο της παγκόσμιας πολιτικής επιρροής τους όσο και των περιθωρίων ελιγμών τους στον οικονομικό τομέα.
Οικονομική αβεβαιότητα
Σύμφωνα με την Dambisa Moyo, η αυξανόμενη οικονομική αβεβαιότητα είναι εμφανής στις αγορές ομολόγων.
Οι αποδόσεις των δεκαετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων κυμαίνονται πάνω από το 5,3%, ενώ οι αποδόσεις των τριακονταετών ομολόγων έχουν ξεπεράσει το 5,6% — στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002.
Ωστόσο, το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ.
Οι αποδόσεις είναι αυξημένες σχεδόν σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά ομολόγων.
Τον Ιανουάριο του 2022, μόλις το 12% των παγκόσμιων επενδύσεων σταθερού εισοδήματος απέφερε απόδοση άνω του 3%• σήμερα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 84%.
Και η χρηματιστηριακή αγορά προκαλεί ανησυχία στους παρατηρητές. Είναι αλήθεια ότι ο Δείκτης Μεταβλητότητας CBOE (VIX) —ένας ευρέως χρησιμοποιούμενος δείκτης των προσδοκιών για τη μεταβλητότητα της αγοράς— εμφανίζεται σχετικά σταθερός σε ορίζοντα πενταετίας, με τιμή περίπου 15,31.
Ωστόσο, η συγκέντρωση της αγοράς έχει φτάσει σε ακραία επίπεδα, καθώς μόλις επτά τεχνολογικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 30% της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας του δείκτη S&P 500.
Επιπλέον, ο δείκτης τιμής προς κέρδη (P/E) έχει φτάσει στο 26,6 — επίπεδο πολύ υψηλότερο από το 16 που επικρατούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας εικοσιπενταετίας.
Πίσω από αυτές τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές διακυμάνσεις βρίσκονται τα θεμέλια υγιών οικονομιών και κοινωνιών, τα οποία σταδιακά διαβρώνονται.
Για παράδειγμα, πρόσφατα στοιχεία από το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικές επιδόσεις συνεχίζουν να υποχωρούν σε βασικά μαθήματα, όπως η ανάγνωση, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες.
Παράλληλα, οι επενδύσεις σε υποδομές εξακολουθούν να υπολείπονται των αναγκών.
Πέρυσι, η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Μηχανικών βαθμολόγησε τις υποδομές των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των οδικών και σιδηροδρομικών δικτύων, των γεφυρών και των λιμανιών, με βαθμό C.
Καθώς η ποιότητα και η διαθεσιμότητα των δημόσιων αγαθών υποβαθμίζονται, ο κοινωνικός ιστός αποδυναμώνεται και η πόλωση εντείνεται.
Μελέτη του Pew Research Center το 2022 έδειξε ότι το 72% των Ρεπουμπλικανών θεωρούσε τους Δημοκρατικούς πιο ανήθικους από τους υπόλοιπους Αμερικανούς, έναντι 47% το 2016.
Αντίστοιχα, το 63% των Δημοκρατικών είχε την ίδια άποψη για τους Ρεπουμπλικανούς, έναντι 35% το 2016.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup το 2024, το 80% των ενηλίκων στις ΗΠΑ πιστεύει ότι οι Αμερικανοί είναι βαθιά διχασμένοι ως προς τις «σημαντικότερες αξίες».
Αυτός ο διχασμός επεκτείνεται και στις απόψεις για τον καπιταλισμό.
Σε δημοσκόπηση της Gallup το 2025, το 54% των ερωτηθέντων εξέφρασε θετική άποψη για τον καπιταλισμό, έναντι 60% το 2021.
Η υποχώρηση αυτή εντοπίζεται κυρίως στους Δημοκρατικούς και στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους, με τις δύο ομάδες να καταγράφουν πτώση οκτώ ποσοστιαίων μονάδων.
Αντίθετα, οι απόψεις των Ρεπουμπλικανών παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες.
Οι επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αναμένεται να συγκαταλέγονται στις εκλογικές αναμετρήσεις που θα συγκεντρώσουν τη μεγαλύτερη προσοχή στην ιστορία της χώρας.
Και η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή προκαλεί πλέον ανησυχία, καθώς η υποστήριξη προς τα ακροδεξιά κόμματα συνεχίζει να αυξάνεται.
Το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland — AfD) έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στις πρόσφατες κρατιδιακές εκλογές.
Τουλάχιστον, ο πολιτικός κατακερματισμός που συνεπάγεται αυτή η τάση είναι πιθανό να επιδεινώσει το πρόβλημα της χρονικής ασυνέπειας στη χάραξη πολιτικής, οδηγώντας σε μεγαλύτερη αστάθεια των πολιτικών επιλογών, χαμηλότερες επενδύσεις και ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας.
Καθώς οι εντάσεις οξύνονται και η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων μεταβάλλεται, οι θεσμοί που επί μακρόν στήριζαν την πολυμερή συνεργασία δέχονται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση, στο εμπόριο, στις ροές κεφαλαίων και στις διεθνείς τιμές των βασικών εμπορευμάτων.
Βεβαίως, από πρακτική άποψη, δεν αρκεί απλώς να επαναλάβουμε αυτόν τον ολοένα μεγαλύτερο κατάλογο προκλήσεων, πολλές από τις οποίες βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο της προσοχής των υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων παγκοσμίως.
Αξίζει, ωστόσο, να τονιστεί πόσο σπάνιο —και επικίνδυνο— είναι να βρίσκονται όλες αυτές οι προκλήσεις στο προσκήνιο ταυτόχρονα.
Όσοι έχουν τη δύναμη να διαμορφώσουν την παγκόσμια οικονομία δεν πρέπει ποτέ να χάσουν από τα μάτια τους το μέγεθος των διακυβευμάτων, καταλήγει η Dambisa Moyo.
www.bankingnews.gr
Με τον πληθωρισμό να παραμένει επίμονα υψηλός, το δημόσιο χρέος να ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ και τους υπαρξιακούς κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης να παραμονεύουν, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια επικίνδυνη «τέλεια καταιγίδα».
Καθώς η κυριαρχία του δολαρίου αμφισβητείται και η πολιτική πόλωση εντείνεται, οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων καλούνται να αντιμετωπίσουν μια από τις πιο επικίνδυνες συγκυρίες της σύγχρονης ιστορίας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Moyo, είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, η πολιτική και οι κοινωνίες αντιμετώπιζαν ταυτόχρονα τόσο σημαντική μεταβλητότητα και αβεβαιότητα, πόσο μάλλον στον βαθμό που παρατηρείται σήμερα.
Η παγκόσμια οικονομία έχει παγιδευτεί σε έναν κύκλο υποτονικής οικονομικής ανάπτυξης, με τους ρυθμούς μεγέθυνσης σε πολλές χώρες, ιδίως στις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες, να παραμένουν αισθητά κάτω από το 3% — το επίπεδο που απαιτείται για να διπλασιαστούν τα κατά κεφαλήν εισοδήματα μέσα σε μία γενιά.
Αν και ο αναδυόμενος υπερκύκλος της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιστάθμιση αυτής της τάσης —στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ετήσιες επενδύσεις φαίνεται ότι αναμένεται να προσεγγίσουν το 4% του ΑΕΠ έως το 2032— η τεχνολογία εγκυμονεί σοβαρούς, ακόμη και υπαρξιακούς, κινδύνους.
Ηγέτες του κλάδου, μεταξύ των οποίων ο Dario Amodei της Anthropic και ο Sam Altman της OpenAI, έχουν ζητήσει να ανασταλεί η ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, έως ότου τα εργαστήρια καταφέρουν να διασφαλίσουν αξιόπιστα τον έλεγχο των μοντέλων τους.
Εν τω μεταξύ, πολλές οικονομίες εξακολουθούν να δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει επίμονα πάνω από τον στόχο του 2% που έχουν θέσει οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο.
Τον περασμένο μήνα, ο ετήσιος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ έφτασε το 3,8%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, ενώ ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή στο Ηνωμένο Βασίλειο διαμορφώθηκε στο 3,1% τον Αύγουστο.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι διάμεσες προσδοκίες για τον πληθωρισμό κατά το επόμενο έτος αυξήθηκαν στο 3,9%, ενώ παρέμειναν σταθερές στο 3% για τον χρονικό ορίζοντα της επόμενης πενταετίας.
Ορισμένοι θεωρούν ότι ο πληθωρισμός τροφοδοτείται κυρίως από τον πόλεμο στο Ιράν —οι τιμές της ενέργειας έχουν εκτοξευθεί από τις αρχές του έτους— και, ως εκ τούτου, συνιστά μια προσωρινή πρόκληση.
Ωστόσο, η ανησυχία για τη διαρθρωτική ανεργία και τη συρρίκνωση των θέσεων εργασίας, σε συνδυασμό με τα ενδεχομένως μη βιώσιμα επίπεδα του δημόσιου χρέους, τα οποία φτάνουν ή υπερβαίνουν το 100% του ΑΕΠ σε αρκετές προηγμένες οικονομίες, υποδηλώνουν ότι τα σημερινά οικονομικά προβλήματα δεν πρόκειται να ξεπεραστούν τόσο εύκολα.
Οι κίνδυνοι που συνδέονται με το δημόσιο χρέος επιτείνονται από τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Κατ’ αρχάς, ο ρόλος των θεσμικών επενδυτών, στους οποίους παραδοσιακά μπορούσε κανείς να βασιστεί για τη διακράτηση μακροπρόθεσμου χρέους, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες, υποχωρεί υπέρ των αντισταθμιστικών κεφαλαίων (hedge funds), τα οποία λειτουργούν με βραχυπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα.
Οι κίνδυνοι εντείνονται, ιδίως για τις ΗΠΑ, λόγω του μεγάλου μεριδίου του δημόσιου χρέους που κατέχουν ξένες κυβερνήσεις — μεταξύ αυτών και κυβερνήσεις που, όπως η Κίνα, δεν ευθυγραμμίζονται πολιτικά ή ιδεολογικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν και ένα ακόμη πρόβλημα: ο διαχρονικός ρόλος του δολαρίου ως κορυφαίου αποθεματικού νομίσματος παγκοσμίως και ως ασφαλούς καταφυγίου σε περιόδους κρίσης αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο.
Τα αποθέματα χρυσού έχουν πλέον ξεπεράσει τους αμερικανικούς κρατικούς τίτλους (US Treasuries) στα χαρτοφυλάκια των κεντρικών τραπεζών.
Εάν το δολάριο χάσει, πράγματι, μέρος της κυρίαρχης θέσης του, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αναμένουν αντίστοιχη υποχώρηση τόσο της παγκόσμιας πολιτικής επιρροής τους όσο και των περιθωρίων ελιγμών τους στον οικονομικό τομέα.
Οικονομική αβεβαιότητα
Σύμφωνα με την Dambisa Moyo, η αυξανόμενη οικονομική αβεβαιότητα είναι εμφανής στις αγορές ομολόγων.
Οι αποδόσεις των δεκαετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων κυμαίνονται πάνω από το 5,3%, ενώ οι αποδόσεις των τριακονταετών ομολόγων έχουν ξεπεράσει το 5,6% — στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002.
Ωστόσο, το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ.
Οι αποδόσεις είναι αυξημένες σχεδόν σε ολόκληρη την παγκόσμια αγορά ομολόγων.
Τον Ιανουάριο του 2022, μόλις το 12% των παγκόσμιων επενδύσεων σταθερού εισοδήματος απέφερε απόδοση άνω του 3%• σήμερα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 84%.
Και η χρηματιστηριακή αγορά προκαλεί ανησυχία στους παρατηρητές. Είναι αλήθεια ότι ο Δείκτης Μεταβλητότητας CBOE (VIX) —ένας ευρέως χρησιμοποιούμενος δείκτης των προσδοκιών για τη μεταβλητότητα της αγοράς— εμφανίζεται σχετικά σταθερός σε ορίζοντα πενταετίας, με τιμή περίπου 15,31.
Ωστόσο, η συγκέντρωση της αγοράς έχει φτάσει σε ακραία επίπεδα, καθώς μόλις επτά τεχνολογικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 30% της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας του δείκτη S&P 500.
Επιπλέον, ο δείκτης τιμής προς κέρδη (P/E) έχει φτάσει στο 26,6 — επίπεδο πολύ υψηλότερο από το 16 που επικρατούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας εικοσιπενταετίας.
Πίσω από αυτές τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές διακυμάνσεις βρίσκονται τα θεμέλια υγιών οικονομιών και κοινωνιών, τα οποία σταδιακά διαβρώνονται.
Για παράδειγμα, πρόσφατα στοιχεία από το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικές επιδόσεις συνεχίζουν να υποχωρούν σε βασικά μαθήματα, όπως η ανάγνωση, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες.
Παράλληλα, οι επενδύσεις σε υποδομές εξακολουθούν να υπολείπονται των αναγκών.
Πέρυσι, η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Μηχανικών βαθμολόγησε τις υποδομές των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των οδικών και σιδηροδρομικών δικτύων, των γεφυρών και των λιμανιών, με βαθμό C.
Καθώς η ποιότητα και η διαθεσιμότητα των δημόσιων αγαθών υποβαθμίζονται, ο κοινωνικός ιστός αποδυναμώνεται και η πόλωση εντείνεται.
Μελέτη του Pew Research Center το 2022 έδειξε ότι το 72% των Ρεπουμπλικανών θεωρούσε τους Δημοκρατικούς πιο ανήθικους από τους υπόλοιπους Αμερικανούς, έναντι 47% το 2016.
Αντίστοιχα, το 63% των Δημοκρατικών είχε την ίδια άποψη για τους Ρεπουμπλικανούς, έναντι 35% το 2016.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup το 2024, το 80% των ενηλίκων στις ΗΠΑ πιστεύει ότι οι Αμερικανοί είναι βαθιά διχασμένοι ως προς τις «σημαντικότερες αξίες».
Αυτός ο διχασμός επεκτείνεται και στις απόψεις για τον καπιταλισμό.
Σε δημοσκόπηση της Gallup το 2025, το 54% των ερωτηθέντων εξέφρασε θετική άποψη για τον καπιταλισμό, έναντι 60% το 2021.
Η υποχώρηση αυτή εντοπίζεται κυρίως στους Δημοκρατικούς και στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους, με τις δύο ομάδες να καταγράφουν πτώση οκτώ ποσοστιαίων μονάδων.
Αντίθετα, οι απόψεις των Ρεπουμπλικανών παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες.
Οι επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αναμένεται να συγκαταλέγονται στις εκλογικές αναμετρήσεις που θα συγκεντρώσουν τη μεγαλύτερη προσοχή στην ιστορία της χώρας.
Και η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή προκαλεί πλέον ανησυχία, καθώς η υποστήριξη προς τα ακροδεξιά κόμματα συνεχίζει να αυξάνεται.
Το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland — AfD) έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στις πρόσφατες κρατιδιακές εκλογές.
Τουλάχιστον, ο πολιτικός κατακερματισμός που συνεπάγεται αυτή η τάση είναι πιθανό να επιδεινώσει το πρόβλημα της χρονικής ασυνέπειας στη χάραξη πολιτικής, οδηγώντας σε μεγαλύτερη αστάθεια των πολιτικών επιλογών, χαμηλότερες επενδύσεις και ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας.
Καθώς οι εντάσεις οξύνονται και η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων μεταβάλλεται, οι θεσμοί που επί μακρόν στήριζαν την πολυμερή συνεργασία δέχονται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση, στο εμπόριο, στις ροές κεφαλαίων και στις διεθνείς τιμές των βασικών εμπορευμάτων.
Βεβαίως, από πρακτική άποψη, δεν αρκεί απλώς να επαναλάβουμε αυτόν τον ολοένα μεγαλύτερο κατάλογο προκλήσεων, πολλές από τις οποίες βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο της προσοχής των υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων παγκοσμίως.
Αξίζει, ωστόσο, να τονιστεί πόσο σπάνιο —και επικίνδυνο— είναι να βρίσκονται όλες αυτές οι προκλήσεις στο προσκήνιο ταυτόχρονα.
Όσοι έχουν τη δύναμη να διαμορφώσουν την παγκόσμια οικονομία δεν πρέπει ποτέ να χάσουν από τα μάτια τους το μέγεθος των διακυβευμάτων, καταλήγει η Dambisa Moyo.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών